ἀκραιφνής

ἀκραιφνής, -ές
Grammatical information: adj.
Meaning: `unmixed, pure, sheer; untouched, inviolate' (E.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Fur. 159 compares ἀκραπνής mss. Lysipp. fr. 9 ap. EM 531, 56 (= Et. Gud. 338, 15). If this is reliable, it is a substr. word (π\/φ, α\/αι).
Page in Frisk: 1,58

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀκραιφνής — unmixed pure masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακραιφνής — ές (Α ἀκραιφνής) καθαρός, ανόθευτος, αγνός, γνήσιος νεοελλ. άδολος, ανυστερόβουλος, ειλικρινής αρχ. άθικτος, ανέπαφος, απαραβίαστος. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η άποψη τών σχολιαστών ότι η λ. ἀκραιφνὴς προέρχεται από αρχικό τ. *ἀκεραιο φανὴς <… …   Dictionary of Greek

  • ακραιφνής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, γνήσιος, ειλικρινής: Ήταν πάντα ακραιφνής πατριώτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀκραιφνῆ — ἀκραιφνής unmixed pure neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀκραιφνής unmixed pure masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀκραιφνής unmixed pure masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκραιφνέστερον — ἀκραιφνής unmixed pure adverbial comp ἀκραιφνής unmixed pure masc acc comp sg ἀκραιφνής unmixed pure neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκραιφνεῖ — ἀκραιφνής unmixed pure masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀκραιφνής unmixed pure masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκραιφνεῖς — ἀκραιφνής unmixed pure masc/fem acc pl ἀκραιφνής unmixed pure masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκραιφνέα — ἀκραιφνής unmixed pure neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀκραιφνής unmixed pure masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκραιφνές — ἀκραιφνής unmixed pure masc/fem voc sg ἀκραιφνής unmixed pure neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκραιφνέστατα — ἀκραιφνής unmixed pure adverbial superl ἀκραιφνής unmixed pure neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκραιφνέστατον — ἀκραιφνής unmixed pure masc acc superl sg ἀκραιφνής unmixed pure neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.